Τετάρτη, Ιουνίου 13, 2007

Το πατρικό μου ...

Λάδι του Νίκου Φωτάκη

Παλιά Χαριλάου! Καμιά σχέση με τη σημερινή! Τα περισσότερα σπίτια, πρώην στάβλοι του Γαλλικού ιππικού, μακρόστενα κτίρια, που έβλεπαν σε δυο δρόμους και έτσι στέγαζαν δυο σπίτια. Ανάμεσα σ΄αυτά, οι στρατώνες, ένα τετράγωνο κτίριο, περιμετρικά χτισμένο, με μια μεγάλη αυλή στη μέση και με τις «Πορτάρες» που σε οδηγούσαν σ΄αυτή στις δυο μεριές του. Καταμεσής της αυλής μια βρύση και γύρω γύρω μικρά σπιτάκια, δυο καμαρούλες και μια μικρή κουζίνα, χωρίς αποχωρητήριο! Οι καμπινέδες ήταν κοινοί, σε μιαν άκρη της αυλής. Εφτά οικογένειες ζούσαν εκεί και τα μοιράζονταν όλα και τις φιλίες και τις χαρές και τους καβγάδες! Εκεί είχε και το «ραφτάδικο» ο μπάμπάς της φιλενάδας μου της Αννούλας. Καθισμένος οκλαδόν πάνω στον πάγκο, ο κυρ-Σαράντης, έραβε απ΄το πρωί ίσαμε τη νύχτα, αμίλητος, αγέλαστος, τι σακάκια, τι πουκάμισα, τι πανταλόνια.Έκοβε κι έραβε κι έραβε κι έραβε…

Το δικό μας σπίτι, ήταν απέναντι απ΄την ανατολική πορτάρα και ήταν το παλιό σπίτι των αξιωματικών. Με τρία δωμάτια. Το ένα, δίπλα στο σαλόνι κι ανάμεσα στην κουζίνα και στην κρεβατοκάμαρα των γονιών μου, κέντρο διερχομένων δηλαδή, όχι δωμάτιο ήταν το δικό μου. Σαλόνι, κουζίνα, τουαλέτα και αποθήκη αποτελούσαν το κεντρικό οικοδόμημα και ένα μεγάλο πλυσταριό στην άκρη του κήπου, χρησίμευε σαν αποθήκη κι εργαστήρι του παππού. Μια σιδερένια στρόγγυλη σκάλα ανέβαζε στην ταράτσα που άπλωνε η μάνα μου τις αστραφτερές της μπουγάδες κι έριχνε και κάνα δάκρυ κρυφά απ΄το μάτι της πεθεράς που σημειωτέον, ζούσε μαζί μας! Δυτικομακεδών ο πατέρας και η παράδοση τον επιβάρυνε με τη φροντίδα των γονιών του που τους είχε μαζί του στο σπίτι.

Ο κήπος μας ήταν φημισμένος σ΄όλη τη γειτονιά. Μ΄ένα στρόγγυλο κιόσκι σκεπασμένο με τριανταφυλλιές και πορτοκαλί χωνάκια στη μέση, με παρτέρια τριγυρισμένα με γαρυφαλάκια και γιομάτα ντάλιες, με διαδρόμους σκεπασμένους απ΄τα αναρριχώμενα, με πασχαλιές ροδιές και δάφνες και με δυο θεόρατα κυπαρίσσια να επιβλέπουν όλη τη Χαριλάου στην πίσω του μεριά.
Ο μπάρμπα – Γιώργης ο πανύψηλος παππούς μου τον φρόντιζε. Δεν ξέρω γιατί, αλλά από μικρή συνδύαζα τραγούδια μ΄ανθρώπους. Και θεωρούσα πως είναι γι αυτούς γραμμένα. Έτσι, όταν και σήμερα ακόμη ακούω “Ο κυρ – Αντώνης πάει καιρός που ζούσε στην αυλή ….” Θυμάμαι τον μπάρμπα – Γιώργη. Ίσως εκείνο το “κι ένα λουλούδι, πάντα φορούσε…” να είν’ αυτό που μου τον φέρνει στο νου. Θεόρατο και χαμογελαστό τον θυμάμαι, μ΄ένα γαρυφαλάκι ανάμεσα στα χείλια και με ένα ψάθινο καπέλο στο κεφάλι. Εκείνος ο πανύψηλος, αγέρωχος, αυταρχικός άνθρωπος, που η γιαγιά τον έτρεμε, έκλαιγε κάθε που μια αγκίδα τσίμπαγε τα μικρά μου δαχτυλάκια κι έσκυβε πάνω απ΄τις τουλίπες και τις γιρλάντες απ΄τα γαρύφαλα και τους μιλούσε, όσο δε μίλησε στις κόρες του ποτέ! …………..

1 Comments:

Blogger el-bard said...

Όμορφη γραφή, ωραίο κείμενο. Χάρηκα που το διάβασα...

12:18 π.μ.  

Δημοσίευση σχολίου

<< Home

Free Counters
Free Counter Hungry For Life